Συνέντευξη στη
Σοφία Κωνσταντοπούλου
Ένα εκπληκτικό ένστικτο αλλά και μία ψυχική διάθεση έτοιμη να δεχτεί οτιδήποτε στήριζε τις ανθρώπινες αξίες, ήταν για τον Χρήστο Λεοντή, ο Νίκος Ξυλούρης. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο «Αρχάγγελος της Κρήτης» έψαχνε μέσα στη μουσική για ήχους και στίχους που έδιναν το στίγμα της εποχής.
Παράλληλα, όμως, ο Νίκος Ξυλούρης ήταν ένας άνθρωπος που με τη φωνή του γέμιζε ελπίδα. Όχι μόνο ως καλλιτέχνης αλλά και ως φίλος.
Με αφορμή τα 30 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου Κρητικού καλλιτέχνη, ο μουσικοσυνθέτης, Χρήστος Λεοντής, θυμάται τον καλό φίλο και συνεργάτη του, Νίκο Ξυλούρη.
30 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Ξυλούρη. Μία γενικότερη αποτίμηση της προσφοράς του.
«Ο Νίκος Ξυλούρης είχε πολλές αρετές. Μία απ' αυτές ήταν ότι είχε ένα εκπληκτικό ένστικτο αφ' ενός και αφετέρου είχε μία ψυχική διάθεση έτοιμη να δεχτεί οτιδήποτε στήριζε τις ανθρώπινες αξίες. Αυτές του οι αρετές τον προέτρεπαν να ψάξει μέσα στη μουσική, ήχους και τραγούδια, που είχαν άμεση σχέση με τις αξίες του. Ουσιαστικά αυτή είναι και η μορφή της εκφραστικότητάς του αλλά και της αμεσότητας και επικοινωνίας που είχε με τον κόσμο».
Πώς ξεκίνησε η συνεργασία σας με το Νίκο Ξυλούρη;
«Η συνεργασία μας άρχισε όταν έκανα το "Καπνισμένο τσουκάλι" τον Φεβρουάριου του 1973 με τα γεγονότα της Νομικής Σχολής. Τότε ήταν η πρώτη μα και η τελευταία φορά που έπιασα μία μπουάτ για να παίξω αυτά τα τραγούδια μέσα στη δικτατορία. Σε 20 ημέρες βέβαια το έκλεισε η αστυνομία αλλά παρ' όλα αυτά πρόλαβα να κάνω κάποιες εμφανίσεις. Οι ακροατές που είχαμε σ' αυτή τη μουσική παράσταση είναι έως και 17 ετών. Ήταν μία μεγάλη, υπόγεια διαδρομή των κομματιών αυτών και μπορούμε να πούμε ότι είχε δημιουργήσει "σούσουρο". Το έμαθε αυτό ο Ξυλούρης κι έρχεται σ' εκείνη τη μπουάτ. Τα ακούει και μου λέει "Αυτά πρέπει να τα πω εγώ". Μόνος του διάλεξε τον ποιητικό λόγο του Ρίτσου. Μόνος του διάλεξε αυτό το είδος της μουσικής και μάλιστα σε μία περίοδο που ήξερε ότι δεν πρόκειται ποτέ να εκδοθούν αυτά τα πράγματα».
Ποια η προσφορά σας σ' αυτή τη δύσκολη περίοδο της δικτατορίας;
«Δεν κάναμε τίποτα περισσότερο και τίποτε λιγότερο από το χρέος μας. Αυτό που μας υπαγόρευε η αξιοπρέπειά μας. Κι αυτό είχε απήχηση καθώς φαίνεται ότι καλύπταμε μία ανάγκη του κόσμου. Μάλιστα, αυτή η ανάγκη επανέρχεται σήμερα. Βλέπουμε συνεχώς ότι υπάρχει κόσμος που ανακαλύπτει ξανά αυτούς τους ήχους. Κι αυτό συμβαίνει γιατί ο κόσμος έχει ανάγκη να εκφράσει τα ενδόμυχά του, τα οποία δεν καλύπτονται μέσα από την τηλεόραση και τα πρωινάδικα. Ο κόσμος αναζητά πια την αξιοπρέπειά του και την ουσία της χαμένης ύπαρξης».
Ο Νίκος Ξυλούρης κατάφερε και συνδύασε την παραδοσιακή με την κρητική μουσική.
«Ναι και σ' αυτό φαίνεται ότι έπαιξε ρόλο και η πεμπτουσία της δικής μας μουσικής. Τα τραγούδια που τραγούδησε, τα δικά μου αλλά και του Μαρκόπουλο και άλλων, οι ρίζες τους ήταν από την Κρήτη, από το Βυζάντιο. Άρα αυτά που τραγούδησε ο Νίκος Ξυλούρης ήταν μία εξέλιξη της εποχής».
Πώς ήταν η συμπεριφορά του ως άνθρωπος;
«Ήταν ακριβώς όπως ήταν και η φωνή του. Εξέπεμπε μία ελπίδα, μία χαρά, μία ανθρωπιά, μία αλληλεγγύη, μία αδερφικότητα και συντροφικότητα. Όλα αυτά τα στοιχεία σε έναν άνθρωπο που απλά χαιρόσουν να κουβεντιάζεις, να συναναστρέφεσαι και να τον ακούς».
Τι θυμάστε απ' αυτόν;
«Ένα πικρό χαμόγελο έχω κάθε φορά που φέρνω το Νίκο Ξυλούρη στο νου μου. Μία χαρά αλλά πικρή χαρά. Λυπούμαι που δεν υπάρχει πια να μιλήσουμε σαν άνθρωποι. Μου λείπει σαν φίλος. Ήταν ένας άνθρωπος που χαιρόσουν να συζητάς μαζί του. Μία συζήτηση που γέμιζες ελπίδα».
«Ο Νίκος ήτονε μεγαλείο»
Συνέντευξη στην Ελένη Βακεθιανάκη
«Ο Νίκος ήταν ένας άνθρωπος που είχε γεννηθεί με όλα τα προσόντα. Έδινε εικόνα, ύφος και ήθος με τον τρόπο του καθώς τραγουδούσε. Αυτό είναι το ταλέντο που δεν το έχει ο καθένας. Έτσι γεννιέται ο άνθρωπος, δεν μαθαίνονται αυτά» τονίζει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο ο Ψαραντώνης αναφερόμενος στον αδελφό του Νίκο με αφορμή την αυριανή επέτειο από το θάνατό του. Πάει πολύς καιρός συμπληρώνει ο ίδιος ο οποίος μιλά στην «Τ» για το χαρακτήρα του, το ταλέντο του, όσα διδάχθηκε από αυτόν αλλά και τη διαχρονικότητά του.
Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται αύριο από το θάνατο του Νίκου Ξυλούρη. Χρόνος πολύς έτσι δεν είναι;
«Ναι πέρασαν κιόλας 30 χρόνια. Πολύς καιρός».
Εξακολουθεί, όμως, να παραμένει ζωντανός.
«Νίκος υπάρχει, δεν έχει χαθεί. Πάντα ζει μέσα σε όλο τον κόσμο, άρα είναι σαν να μην έχει πεθάνει στις καρδιές των ανθρώπων. Είναι αυτός ο οποίος πάντα θα υπάρχει, δεν ξεχνιέται. Αν και όταν πέθανε όλη η Ελλάδα ήταν όρθια και έκλαιγε, πολλοί είναι αυτοί που λένε ότι δεν έχει γίνει η κηδεία του Νίκου, ότι εξακολουθεί να ζει. Πολλοί, ακόμα, όταν τον θυμούνται, δακρύζουν».
Αυτή η διαχρονικότητα δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο.
«Όχι, όχι, ο Νίκος ήταν πράγματι κάτι το ξεχωριστό. Ήταν όπως τόνε λέγανε, θεός, αρχάγγελος. Έτσι ήτανε».
Τι ξεχωριστό είχε;
«Ήταν ένας άνθρωπος που είχε γεννηθεί με όλα τα προσόντα. Ήταν πλήρης. Δεν γεννιέται εύκολα ένας τέτοιος άνθρωπος πλήρης σαν αυτόν. Για τι να πω, για τη λεβεντιά, την ανθρωπιά, το περπάτημά του; Τα έλεγε όλα μόνο το περπάτημά του».
Οι μεγάλες του αρετές ποιες ήταν;
«Ήταν το σοβαρό παλικάρι, το τέλειο».
Η σχέση του με τους άλλους καλλιτέχνες ποια ήτανε;
«Αγαπούσε τους άλλους καλλιτέχνες πάρα πολύ γιατί πίστευε ότι καθένας είναι αυτός που είναι, ότι κάνει ό,τι μπορεί, άρα είναι καλός και άξιος. Άλλωστε όλοι προσπαθούμε».
Τι, κατά τη γνώμη σας, προσέφερε στη μουσική της Κρήτης αλλά γενικότερα στην ελληνική μουσική;
«Γενικά στη μουσική της Ελλάδος. Ήταν ο τύπος του επαναστάτη. Ξεσήκωνε τον κόσμο. Ήθελα να ρίξει ένα σφύριγμα να μαζέψει τα παιδιά, ανθρώπους γύρω του».
Πολύ επιτυχημένα πέρασε από το κρητικό τραγούδι στο έντεχνο.
«Άκου, ο Νίκος έδινε εικόνα, ύφος και ήθος με τον τρόπο του καθώς τραγουδούσε. Το έκανε ωραίο. Έτσι πάει, όταν πεις κάτι να έχεις έκφραση, να δώνεις την εικόνα αυτού που λες. Αυτό είναι το ταλέντο που δεν το έχει ο καθένας. Έτσι γεννιέται ο άνθρωπος, δεν μαθαίνονται αυτά. Το συναίσθημα αυτό δεν γράφεται στο χαρτί να το διαβάσουμε να το μάθουμε».
Ήταν προσιτός ως άνθρωπος;
«Ήταν άνθρωπος προσιτός, ήτονε μεγαλείο».
Πόσο επηρεαστήκατε από αυτόν, τόσο εσείς όσο και ο αδελφός σας ο Ψαρογιάννης;
«Παίρναμε από τις πράξεις του ό,τι μπορούσαμε. Από αυτόν μαθαίναμε, ακούγαμε. Ύστερα, ο κάθε καλλιτέχνης με τον άλλο παίρνει, δίνει. Ο μεγάλος καλλιτέχνης με τον άλλο σμίγουνε. Βλέπονται, αγαπιούνται. Έτσι είναι η φύση, τα ψηλά βουνά θωρούν το ένα το άλλο, έτσι είναι το φυσικό. Έτσι είναι και οι άνθρωποι οι μεγάλοι. Οι μέτριοι είναι μην τα συζητάς».
Πώς νιώθετε που πολλοί νέοι γνωρίζουν και αγαπούν το έργο του Νίκου Ξυλούρη;
«Παιδιά που όταν ζούσε ο Νίκος ήταν αγέννητα έρχονται και μου λένε για αυτόν. Αυτό τι λέει; Και μάλιστα παιδιά από όλη την Ελλάδα, πράγμα πολύ σημαντικό».
Οι νέοι, κόντρα στην εποχή μας που προωθεί τα ξενόφερτα, επιμένουν στην παράδοση.
«Άκου, αυτά τα ξενόφερτα περνάνε, δεν μπορούν να μείνουν για πολύ. Όμως η παράδοση είναι πάντα παρόν. Η ποίηση του λαού, η τέχνη του λαού, το τραγούδι και όποιος μπορεί να τα εκφράσει αυτά καλά, πάνε σε όλο τον κόσμο. Εξάλλου, είναι εκατοντάδες παιδιά που παίζουνε λύρες και αυτό είναι πολύ καλό αφού ποτέ δεν υπήρξανε τόσα πολλά να παίζουνε. Έτσι, όλο και κάποιο ταλέντο θα βρεθεί να κάνει καινούρια καλά πράγματα για τον τόπο μας. Τα ταλέντα θα φανούν στο χρόνο. Όποιος το 'χει από τη φύση του αυτός θα μιλήσει. Όποιος γεννάει μουσική και κάνει έργο, αυτό θα μιλήσει μόνο του».
Ποια είναι η άποψή σας για τους νεωτερισμούς που ακούμε στην κρητική μουσική;
«Τα κρητικά όργανα είναι η λύρα, τα τύμπανα των Κουρήτων και οι αυλοί, τα πρώτα όργανα που παίχτηκαν στον κόσμο και ξεκίνησαν από εδώ. Αυτά τα γνωρίζουν στο εξωτερικά, στα διάφορα φεστιβάλ που με καλούν να πάω. Αυτή είναι η τέχνη της αρχαίας Ελλάδος, αυτή είναι η κραυγή που έρχεται από την Κρήτη, το νησί των θεών. Από εδώ ξεκίνησαν όλα, η μουσική, το θέατρο και πήγαν στους άλλους λαούς. Όταν δεν ακούω καλή κρητική μουσική στενοχωριέμαι αλλά αφού αυτό μπορεί να κάνεις Τι να κάνεις; Όποιος, όμως, παίζει καλή μουσική, αρέσει σε όλο τον κόσμο. Εγώ βλέπω στο εξωτερικό πόσο μας αγαπούν και ξέρουν την ιστορία μας που εδώ δεν την ξέρουμε γιατί δεν μας την λένε».
«Θρύλος και αυθεντικός καλλιτέχνης»
Του Μανώλη Ρασούλη
Ο Νίκος Ξυλούρης είναι πια ένας θρύλος -θα μπορούσα να πω- πολύ αγαπητός στον ελληνικό λαό. Ήταν ένας αυθεντικός καλλιτέχνης, σπουδαίος τραγουδιστής. Εγώ τον γνώρισα όταν ήμουν μικρός, σε διάφορες κουμπαριές που έκανε ο πατέρας μου. Εκεί τον έβλεπα που έπαιζε λύρα για τρεις μέρες και τρεις βραδιές. Καθόταν στη μέση του γλεντιού και φορούσε πάντα ένα άσπρο μαντήλι στο σβέρκο για να μην λερώνεται το πουκάμισό του από τον ιδρώτα. Ήταν ωραίος σαν στυλ, με το μαύρο κοστούμι και το άσπρο πουκάμισο να τραγουδάει μερόνυχτα. Αυτό μου άρεσε πάρα πολύ γιατί έτσι ήταν η φύση της κρητικής μουσικής και του λυράρη και τραγουδιστή, να είναι στη μέση του γλεντιού. Αυτός έπαιζε συνέχεια μαζί με το λαουτιέρη, τραγούδαγε και ο κόσμος τον τάιζε, του προσέφερνε κρασί.
Αργότερα τον είδα σε αστικό στυλ να είναι στη σκηνή. Μεσουράνησε μεν αλλά είχε φύγει από το παραδοσιακό. Πάντα όμως ήταν αγνός, αυθεντικός και αγαπητός γιατί ήταν ένας άδολος άνθρωπος. Βέβαια, εκεί που πρόσθεσε στην αίγλη του και τη λεβεντιά, εκπροσωπώντας την ηρωική Κρήτη με τρόπο ξεχωριστό, ήταν στο Πολυτεχνείο και μετά στο «Μεγάλο μας τσίρκο» με τα τραγούδια Ξαρχάκου που ήταν το απόγειό του και τα τραγούδια βέβαια του Μαρκόπουλου.
Όλοι τον προτιμούσανε, τον αγαπούσανε και ήθελαν να λέει τα τραγούδια τους. Και δεν ήταν μόνο τα κρητικοφανή τραγούδια. Ο Νίκος ήταν μια ξεχωριστή περίπτωση της ελληνικής μουσικής. Ήταν λεβέντης, Κρητικός και εμπνεόμαστε απ' αυτόν. Είναι ένα σύμβολο αγώνα και εξακολουθεί, όπως το παλιό κρασί, να ανανεώνει την αξία του μέσα στην ψυχή και το μυαλό των Ελλήνων. Τον αγαπάμε και τον τιμούμε πάντα.
«Σύμβολο ηρωικής έκφρασης»
Του Γιώργου Σγουράκη*
Την πορεία μου στην τηλεόραση σημάδεψε η παρουσία του Νίκου Ξυλούρη.
Φίλος, όπως άλλωστε και ο Μανόλης Μητσιάς, δέχτηκαν να ερμηνεύσουν τους ύμνους του Ρωμανού του Μελωδού, στο πρώτο τηλεοπτικό έργο μου, τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1977, πριν από 33 ολόκληρα χρόνια.
Το ήθος, η σεμνότητα, η ποιότητα, η φωνή και η εκφραστική του παρουσία συγκλόνισαν τότε -όπως άλλωστε και πάντα- τον ελληνικό λαό.
Αποτέλεσε ένα σταθμό η εκπομπή «Ρωμανός και το Θείο Δράμα» σε σημείο που η κριτική που ακολούθησε σε ολόκληρο το φάσμα του αθηναϊκού Τύπου τότε να το χαρακτηρίσει ως «η ανάσταση ενός πολιτισμού».
Ο Νίκος Ξυλούρης είναι ο Κρητικός, λυράρης και τραγουδιστής. Είναι το σύμβολο της ομορφιάς, της αντρειάς, της ηρωικής έκφρασης. Είναι το όραμα της ελευθερίας στις δύσκολες ώρες της δικτατορίας. Είναι ο Έλληνας, ο Κρητικός με τη φωνή που διαμορφώθηκε στους χρόνους του Βυζαντίου, πορεύτηκε στις στράτες του Ερωτόκριτου και έφτασε ως τις μέρες μας για να θυμίζει τη συνέχει του γένους και τη δύναμη της φυλής.
Ωραίος με καθαρό βλέμμα και ψυχή σαν τον αέρα της Νίδας έφερε στην πολύβουη μεγαλούπολη την Αθήνα, μηνύματα θάρρους, σεμνότητας, ευγένειας και λεβεντιάς. Αγαπήθηκε από όλους τους Έλληνες και αφομοίωσε αυτήν την αγάπη για να την ανταποδώσει με τον τρόπο του, με τον ήχο της φωνής του.
Μια φωνή φορτωμένη με κρητικά βιώματα που κατόρθωσε να καλπάσει αχαλίνωτη στο μεγάλο αλώνι της έντεχνης ελληνικής μουσικής. Ο λυγερόκορμος Ψαρονίκος είναι ακόμη η φλόγα που καίει ζωντανή ανάμεσά μας. Είναι ο Κουρήτης που στο άκουσμά του αισθάνεσαι την επικοινωνία με τους Θεούς.
Ο άνθρωπος και η φωνή είχε την ευγένεια που μόνο οι παλαιοί πολιτισμοί χαρίζουν, είχε την ηρεμία της γνώσης. Αυτός ήξερε διότι έτσι είχε μεγαλώσει, φέροντας επανάσταση και δίψα ελευθερίας στο αίμα του.
Μεταλαμπάδευε ο Νίκος Ξυλούρης τον έρωτα για τ' ανθρώπινα, την αγάπη για τα μικρά και τα μεγάλα, αξεχώριστα στην πλατεία ψυχή του. Ήταν ο άνθρωπος που είχε αντλήσει πόνους και στεναγμούς. Είχε αντλήσει αύρες και πνοές, το φουρφούρισμα των πουλιών νύχτα στα κλαδιά, τη σταγόνα που χάνεται στο ξερό χώμα, το μαύρο πράσινο του κυπαρισσιού, το ασημένιο της ελιάς, τη θάλασσα που ανοίγεται σαν δρόμος. Το ζεστό της πέτρας στο λιοπύρι.
Είχε αντλήσει κι ύστερα, σαν σώμα πια όλοι οι ήχοι, οι μυρουδιές, τ' αγγίγματα συγκρότησαν τη φωνή του, φωνή γενιάς. Έτσι τον συναντήσαμε κι έτσι έδεσε στη μνήμη μας. Χωρίς φυσική προσπάθεια γιατί ήταν θείο το χάρισμα ταξίδευε μέσα στη νύχτα τα όνειρά μας και γέμιζε τις νύχτες μας με φως.
*Ο Γιώργος Σγουράκης είναι Πολιτικός Επιστήμων - Πρόεδρος Ελλήνων Παραγωγών Κιν/φου-Τηλεόρασης, Πρόεδρος «Αρχείου Κρήτης».
Από την Κρήτη στην αιωνιότητα
Ο Νίκος Ξυλούρης ή Ψαρονίκος, γεννήθηκε το 1936, στο ορεινό χωριό Ανώγεια του Ρεθύμνου της Κρήτης από οικογένεια με μουσική παράδοση και πολλούς λυράρηδες. Στα πέντε του χρόνια, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό του, ξεριζώθηκε από τον τόπο του μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου όπου παρέμειναν μέχρι και την απελευθέρωση της Κρήτης. Αδέλφια του είναι οι επίσης γνωστοί μουσικοί της Κρητικής μουσικής ο Αντώνης Ξυλούρης (Ψαραντώνης) και ο Γιάννης Ξυλούρης (Ψαρογιάννης).
Επιστρέφουν στ' Ανώγεια μετά την απελευθέρωση. Από πολύ μικρός δείχνει την κλίση του στο τραγούδι και στη λύρα. Σε ηλικία 12 χρονών ο πατέρας του τού αγοράζει την πρώτη του λύρα για να εξελιχθεί πολύ γρήγορα σ' έναν από τους πλέον περιζήτητους σε γάμους, βαφτίσια και λοιπές κοινωνικές εκδηλώσεις, οργανοπαίχτες και τραγουδιστές της περιοχής του.
Σε ηλικία 17 χρόνων κατεβαίνει για πρώτη φορά να δουλέψει στο Ηράκλειο, στο κέντρο «Κάστρο». Τα πράγματα όμως δεν ήταν όπως τα περίμενε γιατί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη «μόδα» της Ευρωπαϊκής μουσικής, κάτι τελείως ξένο για αυτόν. Τα έσοδα του μόλις και μετά βίας έφταναν να τον συντηρήσουν και πέρασε δύσκολες εποχές.
Στα τέλη του 1958 πραγματοποιεί την πρώτη του ηχογράφηση για δίσκο. Είναι το τραγούδι «Κρητικοπούλα μου» («μια μαυροφόρα όταν περνά»).
Λίγους μήνες πιο πριν είχε παντρευτεί την Ουρανία Μελαμπιανάκη, κόρη ευκατάστατης οικογένειας του Ηρακλείου. Εγκαθίστανται στο Ηράκλειο οι οικονομικές δυσκολίες είναι στην αρχή μεγάλες. Το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί, ο Γιώργος, και 6 χρόνια μετά το δεύτερο, η Ρηνιώ. Την επιτυχία του πρώτου εκείνου τραγουδιού ακολουθούν αρκετές ακόμα ηχογραφήσεις σε μικρά δισκάκια. Το 1966, βγαίνοντας για πρώτη φορά από την Ελλάδα, συμμετέχει σ' ένα φολκλορικό φεστιβάλ στο Σαν-Ρέμο και να παίρνει το πρώτο βραβείο. Το 1967 ανοίγει στο Ηράκλειο το πρώτο κρητικό κέντρο τον «Ερωτόκριτο».
Το Φεβρουάριο του 1969 ηχογραφεί την ανοιχτή «Ανυφαντού», ένα τραγούδι που κυριολεκτικά «σπάει τα ταμεία» μέσα στην παραδοσιακή δισκογραφία της εποχής. Τον Απρίλη εκείνης της χρονιάς έρχεται για πρώτη φορά για εμφανίσεις στην Αθήνα, στο κέντρο «Κονάκι» και το Σεπτέμβριο εγκαθιστάτε μόνιμα στην πρωτεύουσα. Ο σκηνοθέτης Ερρίκος Θαλασσινός, με τον οποίο γνωρίζονται στο «Κονάκι», μιλάει γι' αυτόν στο συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Ήδη όμως από το 1965 οι δυνατότητες του αλλά και ο χαρακτήρας του έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον του διευθυντή -τότε- της δισκογραφικής εταιρίας COLUMBIA, του Τάκη Λαμπρόπουλου. Μετά και την επιτυχία της «Ανυφαντούς», το καλοκαίρι του 1970 ο Λαμπρόπουλος κατεβαίνει μαζί του στ' Ανώγεια, γίνονται κουμπάροι και ξεκινούν μια συνεργασία σε νέα πλαίσια.
Πέρα από τα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης η φωνή του Ξυλούρη θα περάσει στη σύγχρονη «έντεχνη» δημιουργία επώνυμων συνθετών.
Με το Γιάννη Μαρκόπουλο συνεργάζονται για πρώτη φορά στο «Χρονικό», μια ενότητα τραγουδιών που θέτει σε νέα βάση τη σχέση της παράδοσης με το παρόν. Έξι μήνες μετά κυκλοφορεί ο δίσκος-αναφορά στα «Ριζίτικα» της Κρήτης. Το Μάιο του 1971 ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στην μπουάτ «Λήδρα» στην Πλάκα. Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας η φωνή του Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης. «Πότε θα κάνει ξαστεριά», «Αγρίμια κι αγριμάκια μου»... Ακολουθούν δυο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η «Ιθαγένεια» και ο «Στρατής ο θαλασσινός» αλλά και συνεργασίες με το Σταύρο Ξαρχάκο, το Χριστόδουλο Χάλαρη και το Χρήστο Λεοντή. Το καλοκαίρι του 1973 κρατά τον καθοριστικό ρόλο τραγουδιστή σε μια παράσταση που ανεβάζουν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος στο θέατρο «Αθήναιον» με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια. Είναι «Το μεγάλο μας τσίρκο». Μέσα από τις αναφορές και τα τραγούδια του βρίσκει τρόπο έκφρασης το τεταμένο πολιτικό κλίμα που οδηγεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Είναι από τις ελάχιστες επώνυμες παρουσίες στο χώρο που «βλέπουν» το φως της δημοσιότητας από τις εφημερίδες εκείνων των ημερών.
Από τη «Λύδρα» στην «Αρχόντισσα», μετά στην «Αποσπερίδα». Ξανά στη «Ληδρα», μετά στο «Κύτταρο» και στο «Θεμέλιο». Είναι οι έξι σταθμοί του στις μπουάτ μέχρι το 1979. Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Παράλληλα, ηχογραφεί τα «Αντιπολεμικά» τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη.
Είναι όμως η τελευταία φορά που ακούγεται. Ύστερα από ταλαιπωρία ενός χρόνου με την επάρατη νόσο, φεύγει για πάντα στις 8 Φεβρουαρίου του 1980.
2010-02-07





